σίς

(I)
ὁ, Α
βλ. σιός.
————————
(II)
Α
(κυπρ. και αρκαδ. τ.) βλ. τις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σις — Ν χημ. α) πρόθημα το οποίο, στη στερεοχημεία, υποδηλώνει την περίπτωση ενός γεωμετρικού ισομερούς στο οποίο δύο όμοιοι υποκαταστάτες βρίσκονται προς την ίδια πλευρά τού μορίου β) πρόθημα το οποίο, στην οργανική χημεία, χρησιμοποιείται για να… …   Dictionary of Greek

  • λήσις — (I) λῆσις, εως, ἡ (Α) λήστις*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η αρχαία μορφή τού τ. ήταν λῆστις (βλ. λῆστις). Στα σύνθ. ο αρχαίος τ. συμμορφώθηκε προς τα πολλά θηλ. σε σις (πρβλ. ἔκ λησις, ἐπί λησις), από όπου και το απλό λῆσις]. (II) λῆσις, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.)… …   Dictionary of Greek

  • Адаптація термінів грецького походження на -sis — Слова грецького походження на σις різні мови запозичують по різному: зберігаючи форму (англ. hypothesis), змінюючи її (італ. ipotesi, пол. hipoteza) або скорочуючи (у вимові фран. hypothese). При запозиченні в українську мову можливі такі основні …   Термінологічний довідник для богословів та редакторів богословських текстів

  • -ίαση — (ΑΜ ίασις) κατάλ. πολλών θηλ. ουσ. τής Ελληνικής που αποτελεί επηυξημένη μορφή τής κατάλ. σιc και προήλθε με απόσπαση τού ια τών ρ. σε ιάω, ιώ πρβλ. βουλιμ ία σις < βουλιμ ιά ω, ιώ, δειλ ία σις < δειλ ιά ω, ιώ, μειδ ία σις < μειδ ιά ω,… …   Dictionary of Greek

  • βάση — η (AM βάσις) 1. το σημείο ή το μέρος όπου πατάει ή στηρίζεται κάποιος ή κάτι, υπόβαθρο, θεμέλιο («η βάση της σκάλας», «βάσις του κίονος») 2. ανατ. το σημείο στήριξης ή το πλατύτερο μέρος ορισμένων μερών του σώματος («η βάση της κεφαλής») 3. (γεωμ …   Dictionary of Greek

  • κοινούρωση — Σπάνια πάθηση οικιακών ζώων, που προκαλείται από το νυμφικό στάδιο του κεστώδους παρασίτου Taenia multiceps, γνωστού και ως κοίνουρος. Το παράσιτο αυτό προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα και τα μάτια του ξενιστή του, προκαλώντας ένα εύρος… …   Dictionary of Greek

  • κράση — (Γραμμ.). Όρος της αρχαίας ελληνικής γραμματικής, που δηλώνει τη συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρχικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης σε ένα μακρό φωνήεν ή σε δίφθογγο (παραδείγματος χάριν, τα άλλα > τλλα, το… …   Dictionary of Greek

  • κτήση — η (AM κτῆσις, έως, Α ιων. γεν. ιος) 1. απόκτηση, πρόσκτηση, κατοχή («χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσιν», Πλάτ.) 2. αυτό που κατέχει κάποιος, ιδιοκτησία, περιουσία, κτήμα («κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας», Θουκ.) νεοελλ. ξένη χώρα που… …   Dictionary of Greek

  • λύση — (Βιολ.). Η διάλυση, η ρήξη ή η καταστροφή των κυττάρων, των μικροοργανισμών ή των πολυκύτταρων οργανισμών γενικότερα, λόγω της επίδρασης διαφόρων φυσικών, χημικών ή βιολογικών παραγόντων. Η λ. των κυττάρων μερικές φορές παρουσιάζεται ως αυτόλυση …   Dictionary of Greek

  • ρύσις — (I) (ῥύσις), εως, και ιων. τ. γεν. ιος, και δωρ.τ. ῥύτις, ἡ, Α βλ. ῥύση. (II) (ῥῦσις), ύσεως, ἡ, Α σωτηρία, απελευθέρωση, απαλλαγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ῥῡ τού ἐρύω* (ΙΙ) «προστατεύω» + κατάλ. σις (πρβλ. θύ σις, λύ σις)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.